Μέχρι και το 75% φτάνουν οι επιδοτήσεις για την καλλιέργεια αρωματικών φυτών

Η καλλιέργεια αρωματικών- φαρμακευτικών φυτών είναι ένας κλάδος της αγροτικής παραγωγής που δείχνει ικανός να δώσει … διέξοδο στις σημερινές δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει η ελληνική γεωργία.

Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια των φυτών αυτών στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται ένα σχετικά νέο πεδίο δράσης για τον ελλαδικό χώρο προσφέροντας μια εναλλακτική δυναμική ανάπτυξης στον πρωτογενή τομέα, ενώ δίνει ώθηση και στον δευτερογενή τομέα της μεταποίησης.

Πρόκειται εξάλλου για μια καλλιέργεια που πέραν των μεγάλων προοπτικών ανάπτυξης που παρουσιάζει όχι μόνο στη βιομηχανία τροφίμων, αλλά και στη φαρμακοβιομηχανία και την αρωματοποιία με την παρασκευή αιθέριων ελαίων, επιδοτείται με μεγάλα ποσά ενίσχυσης από τα χρηματοδοτικά προγράμματα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Στη χώρα μας ευδοκιμούν περισσότερα από 112 είδη, εκ των οποίων 68 χαρακτηρίζονται και μελισσοτροφικά. Τα κυριότερα καλλιεργούμενα είδη είναι: ο δίκταμος, ο κρόκος, η μέντα, η ρίγανη, το τσάι του βουνού, ο μαραθόσπορος και το γλυκάνισο. Ο κρόκος καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε καλλιεργούμενη έκταση, παρουσιάζοντας μία σταθερότητα ως προς την έκταση και την παραγωγή, σύμφωνα με στοιχεία των τελευταίων ετών ενώ και η ρίγανη παρουσιάζει αλματώδη αύξηση των αντίστοιχων στοιχείων.

Τα κυριότερα εμπορικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά στην Ελλάδα είναι: το τσάι του βουνού, το φασκόμηλο, η ρίγανη, το γλυκάνισο, ο βασιλικός, το μάραθο (μαραθόσπορος), το χαμομήλι, η δάφνη, η μέντα, ο δυόσμος, το κόλιανδρο, το κύμινο, η λεβάντα, το μελισσόχορτο και τέλος τα τυπικά προϊόντα κάποιων περιοχών της Ελλάδας όπως η μαστίχα της Χίου, ο κρόκος της Κοζάνης και ο δίκταμος της Κρήτης.

Τα τελευταία χρόνια σε όλες τις διεθνείς αγορές η ζήτηση για προϊόντα φυσικής προέλευσης είναι αυξανόμενη. Τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά, αλλά και τα πολύ υψηλότερης οικονομικής αξίας δευτερογενή προϊόντα τους -αιθέρια έλαια / εκχυλίσματα έχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση σε αυτήν την κατηγορία φυτικών προϊόντων, λόγω των πολλών και διαφορετικών χρήσεων και εφαρμογών τους σε τομείς όπως: βιομηχανία τροφίμων και ποτών, φαρμακοβιομηχανία, αρωματοποιία και αρωματοθεραπεία, βιομηχανία καλλυντικών, σαν αντιοξειδωτικά ή συντηρητικά, σαν καρυκεύματα – αρτύματα κ.ά.

 

Για τη σωστή ανάπτυξη του κλάδου αυτού, οι δράσεις θα πρέπει να βασίζονται και στη λειτουργία αντίστοιχων μεταποιητικών μονάδων (επεξεργασίας, τυποποίησης, μεταποίησης – παραγωγής αιθέριων ελαίων – εκχυλισμάτων και άλλων υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων).

Τα τελευταία χρόνια γίνονται αρκετές επενδυτικές προσπάθειες με δραστηριοποίηση στον χώρο των φυσικών προϊόντων, ορισμένες εκ των οποίων έχουν ήδη εδραιωθεί και θεωρούνται επιτυχημένες. Αλλά και μικρότερες μονάδες έχουν ξεκινήσει και εγκατασταθεί, όπως και πολλοί ιδιώτες – παραγωγοί επιθυμούν να ασχοληθούν με την καλλιέργεια των Αρωματικών Φαρμακευτικών φυτών παράλληλα με κάποιας μορφής μεταποίηση.

Ομως, ο υποψήφιος καλλιεργητής αρωματικών φαρμακευτικών φυτών πρέπει να πάρει τη δύσκολη απόφαση ποιο ή ποια είδη να καλλιεργήσει, σε μια αγορά ευμετάβλητη και διαμορφούμενη από διαφορετικές τάσεις.

Γενικά σε όλες τις χώρες η τάση είναι για μεγαλύτερη αναλογία των καλλιεργούμενων ειδών, ενώ οι εταιρείες που παράγουν και εμπορεύονται τέτοιου είδους φυτικά υλικά προτιμούν καλλιεργούμενα, που μπορεί να πιστοποιηθούν και ως βιολογικά.

Μέχρι και το 75% φτάνουν οι επιδοτήσεις

Σε εξέλιξη βρίσκεται πρόγραμμα χρηματοδότησης από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για την ενίσχυση δράσεων σχετικά με την καλλιέργεια αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, ενώ εντός των επόμενων μηνών αναμένονται νέες σχετικές προκηρύξεις. Συγκεκριμένα, το μέτρο 121 (σχέδια βελτίωσης) αφορά στις επενδύσεις γεωργών και κτηνοτρόφων ή νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται κυρίως στη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή.

Οι επενδύσεις αυτές θα πρέπει να προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών της γεωργοκτηνοτροφικής μονάδας. Στο πλαίσιο αυτό ενισχύονται όλοι σχεδόν οι τομείς της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, συμπεριλαμβανομένου του κλάδου των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών. Για την παραγωγή των προϊόντων, οι επενδύσεις για τις οποίες κάποιος μπορεί να ενισχυθεί αφορούν σε δαπάνες εγκατάστασης φυτειών, στην κατασκευή ή εκσυγχρονισμό κτιριακών εγκαταστάσεων, στην αγορά του απαραίτητου νέου μηχανολογικού εξοπλισμού. Το ανώτατο όριο για τις ανωτέρω επενδύσεις ανέρχεται στα 180.000 ευρώ.

Σε περίπτωση που κάποιος γεωργός θέλει να επενδύσει και στην καθετοποίηση φαρμακευτικών φυτών, θα πρέπει αυτά να προέρχονται κυρίως από δική του παραγωγή, ενισχύονται οι αντίστοιχες επενδύσεις μέχρι του ορίου των 500.000 ευρώ.

Εάν κάποιος θέλει να επενδύσει τόσο στην παραγωγή των προϊόντων όσο και στην καθετοποίησή τους, το ανώτατο συνολικό κόστος των επενδύσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 500.000 ευρώ. Το ποσοστό ενίσχυσης για όλες τις προαναφερθείσες επενδύσεις κυμαίνεται από 40% έως 60% ανάλογα με τον τόπο μόνιμης κατοικίας και την ιδιότητα του επενδυτή. Εξαίρεση αποτελούν τα μικρά νησιά του Αιγαίου πελάγους, στα οποία η ενίσχυση είναι 75% ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας ή ιδιότητας. Η προκήρυξη για την ένταξη στο μέτρο είναι ανοικτή με καταληκτική ημερομηνία την 20ή Ιουνίου.

Παράλληλα, αναμένεται η εκ νέου ενεργοποίηση εντός του καλοκαιριού του μέτρου 123Α που αφορά στην ενίσχυση επενδύσεων που αφορούν στη μεταποίηση και εμπορία γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων.

Οι ενισχυόμενες δράσεις αφορούν κυρίως στην κατασκευή ή στον εκσυγχρονισμό του απαραίτητου κτιριακού εξοπλισμού αλλά και στην αγορά του αντίστοιχου νέου μηχανολογικού εξοπλισμού. Ενισχύονται επίσης και οι δαπάνες για μελέτες σκοπιμότητας, για δημιουργία αναγνωρίσιμου σήματος του προϊόντος, για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, έρευνα αγοράς και για τη διαμόρφωση της εικόνας του προϊόντος. Το εύρος του συνολικού προϋπολογισμού που ενισχύεται κυμαίνεται από 100.000 ευρώ έως και 10 εκ. ευρώ. Το ποσοστό ενίσχυσης για όλες τις προαναφερθείσες επενδύσεις κυμαίνεται από 40% έως 50% ανάλογα με τον τόπο της επένδυσης. Εξαίρεση αποτελούν τα μικρά νησιά του Αιγαίου πελάγους στα οποία η ενίσχυση είναι 65%.

Επίσης, το μέτρο 133 για την Ενημέρωση-Προώθηση των προϊόντων στο πλαίσιο συστημάτων για την ποιότητα των τροφίμων, αφορά σε ομάδες παραγωγών οι οποίες αποτελούνται αποκλειστικά από δικαιούχους του ανωτέρω μέτρου 132.

Ενισχύονται, με ποσοστό 70% επί των δαπανών τους, οι δράσεις που αφορούν ενημέρωση, προώθηση και διαφήμιση προϊόντων (συμπεριλαμβάνονται σε αυτά τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά) στην ενδοκοινοτική αγορά. Το μέγιστο ενισχυόμενο ποσό ανέρχεται στα 100.000 ευρώ. Προγραμματίζεται η προκήρυξη του μέτρου εντός του 2011.

Αυξημένο το ενδιαφέρον

Οι δυνατότητες ανάπτυξης του κλάδου των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα, τόσο στον πρωτογενή, όσο και στον τομέα μεταποίησης, είναι μεγάλες, με την προϋπόθεση βέβαια του σωστού σχεδιασμού και της σφαιρικής αντιμετώπισης του θέματος. Η ανάγκη για αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής και η στροφή σε καινοτόμα -green και non food products, συναντούν στην περίπτωση των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών την καλύτερη εκπροσώπησή τους. Τελευταία, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών, ιδιαίτερα ως εναλλακτικής του καπνού, βαμβακιού, ορισμένων δημητριακών, αλλά και σε ορεινές – ημιορεινές περιοχές.

Οι τεχνικές καλλιέργειας και το κόστος εγκατάστασης

Οι καλλιέργειες των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών μπορεί να είναι ετήσιες (βασιλικός, κορίανδρος, μάραθος, γλυκάνισο, χαμομήλι), ή πολυετείς (ρίγανη, λεβάντα, φασκόμηλο, θυμάρι, δενδρολίβανο, βαλεριάνα, εχινάτσεα κ.ά.). Η εγκατάσταση της καλλιέργειας -επισημαίνει η ερευνήτρια του ΕΘΙΑΓΕ κ. Λίνα Χατζοπούλου- μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το φυτικό είδος και τα μέσα που διαθέτει ο παραγωγός.

Με απευθείας σπορά στο χωράφι εγκαθίστανται οι καλλιέργειες του χαμομηλιού, μάραθου, κορίανδρου, γλυκάνισου, και ορισμένες φορές του φασκόμηλου. Τα περισσότερα είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο, και μετά τη δημιουργία των αρχικών φυτωρίων σε υπαίθρια σπορεία, ή θερμοκήπια, μεταφυτεύονται στο χωράφι, το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Στην Ελλάδα επιτυχής πρακτική για πολλά, πολυετή κυρίως είδη, είναι η δημιουργία υπαίθριων φυτωρίων αργά το καλοκαίρι και η εγκατάσταση των φυτωρίων στο χωράφι το φθινόπωρο, πριν από τους παγετούς.

Αλλα είδη πολλαπλασιάζονται δύσκολα -ή και καθόλου- με σπόρο, γι’ αυτό και επιλέγονται άλλοι τρόποι πολλαπλασιασμού, όπως η δημιουργία μοσχευμάτων (δενδρολίβανο, λεβάντα), παραφυάδες, ή ο πολλαπλασιασμός με ριζώματα (μέντα). Σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραγωγοί επιλέγουν την αγορά έτοιμων φυτωρίων από το εμπόριο. Η αγορά ριζωμάτων και φυτωρίων από τα εξειδικευμένα φυτώρια συχνά κοστίζει αρκετά (αν υπολογιστεί κατά μέσο όρο ότι κοστίζουν περισσότερο από 0.15-0.25 ευρώ ανά φυτό στην Ελλάδα και 0.05-0.18 ευρώ σε εξειδικευμένα φυτώρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης). Με μια τυπική πυκνότητα φύτευσης, περίπου 4.000 φυτών ανά στρέμμα, η δαπάνη για το φυτικό υλικό εγκατάστασης μπορεί να είναι περισσότερο από 600 – 1.000 ευρώ ανά στρέμμα.

Στις πολυετείς καλλιέργειες το κόστος για την απόκτηση πολλαπλασιαστικού υλικού βαρύνει κυρίως τον πρώτο χρόνο της καλλιέργειας, καθόσον τα επόμενα χρόνια ο παραγωγός μπορεί από τις έτοιμες φυτείες να δημιουργήσει το δικό του πολλαπλασιαστικό υλικό και να επεκτείνει την καλλιέργεια.

Τα 800 ευρώ ανά στρέμμα αγγίζει η απόδοση

Eσοδα που μπορούν να φθάνουν τα 8.000 ευρώ σε ετήσια βάση μπορεί να εξασφαλίσει μια καλλιέργεια αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών έκτασης 10 στρεμμάτων που παράγει αιθέρια έλαια.

Παράλληλα όμως με το εισόδημα που υπόσχεται, η καλλιέργεια των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών αποκτά ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον δεδομένου ότι έχει ενταχθεί και στα σχέδια βελτίωσης και προβλέπει ενισχύσεις για την εγκατάσταση φυτείας από 40% έως και 75%, ανάλογα με την ιδιότητα του δικαιούχου και τον τόπο της μόνιμης κατοικίας ή έδρας.

Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ελληνες παραγωγοί είναι η έλλειψη πιστοποιημένου ελληνικού πολλαπλασιαστικού υλικού αρωματικών φαρμακευτικών φυτών και κατοχυρωμένων ελληνικών ποικιλιών, καθόσον δεν προβλέπεται μέχρι στιγμής η εγγραφή τους στον Εθνικό Κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών.

Ο νεοεισερχόμενος παραγωγός προτείνεται να αρχίσει με περισσότερα του ενός είδη: δύο ή τρία ετήσια και τέσσερα ή πέντε πολυετή φυτικά υλικά.

Τα ετήσια δίνουν την εμπειρία μέσω του πλήρους κύκλου της καλλιέργειας κατά το πρώτο έτος, από το πολλαπλασιαστικό υλικό έως τη συγκομιδή.

Τα πολυετή φυτά αναπτύσσονται, για να δώσουν το μέγιστο και βέλτιστο της παραγωγής τους, συνήθως μετά τον δεύτερο χρόνο.

Δεδομένου ότι οι συνήθεις στρεμματικές αποδόσεις των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα μπορούν να κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 150 έως 500 ευρώ ή και πολύ περισσότερο (καθαρά ανά στρέμμα), ανάλογα με το είδος, το μέγεθος της καλλιεργούμενης έκτασης θα προσδιορίσει και την πρόσοδο.

Εκτάσεις τεσσάρων – πέντε συνολικά στρεμμάτων είναι συνήθως πάρα πολύ μικρές για πραγματικά έσοδα, διαθέτοντας χύδην ξηρά αρωματικά φαρμακευτικά φυτά. Για να είναι κερδοφόρες οι πωλήσεις αυτών των υλικών θα πρέπει να επεκταθεί η παραγωγή τους.

Τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά χρησιμοποιούνται ως νωπά (π.χ. βασιλικός, δυόσμος), ή ξηρά φυτικά υλικά -ως έχουν, ή μετά από σχετική κατεργασία- ή προορίζονται για περαιτέρω προϊόντα μεταποίησης – υψηλής προστιθέμενης αξίας (αιθέρια έλαια, ή άλλες βιοδραστικές ουσίες). Ολοι οι πιθανοί χειρισμοί μετά τη συγκομιδή (ξήρανση, κοπή, διαλογή, αποθήκευση κ.ά) έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί προσδίδουν υπεραξία στο προϊόν, όμως πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή και με τα σωστά μέσα, ώστε το τελικό προϊόν να είναι υψηλής ποιότητας.

Συμπερασματικά, τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά είναι προϊόντα που αφήνουν κέρδος, με την προϋπόθεση ότι ο παραγωγός θα ασχοληθεί σοβαρά και θα τηρηθούν οι κανόνες και αρχές για μια ποιοτική παραγωγή.

Μια μέτρια στρεμματική απόδοση, μετά την αφαίρεση των εξόδων, μπορεί να υπολογίζεται σε 150-250 ευρώ ανά στρέμμα.

Υπάρχουν αρκετά είδη αρωματικών φαρμακευτικών Φυτών που αποδίδουν και περισσότερο από 300 ευρώ ανά στρέμμα, ενώ για τα αιθέρια έλαια η απόδοση ανά στρέμμα μπορεί να φθάσει τα 800 ευρώ.

Η προώθηση και εμπορία των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών και των αιθέριων ελαίων είναι ιδιαίτερα σημαντικές και καθορίζουν ουσιαστικά την οικονομικότητα του όλου εγχειρήματος. Αγορές υπάρχουν και μάλιστα με αρκετά περιθώρια ώστε να απορροφήσουν την όποια ελληνική παραγωγή.

Η είσοδος σε νεόφερτους είναι σίγουρα εφικτή, αλλά και δύσκολη. Βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχή είσοδο και εδραίωση στον τομέα αυτό, ιδιαίτερα στις ξένες αγορές, είναι προϊόντα υψηλής ποιότητας και κυρίως σταθερότητα και συνέχεια στην παράδοση.

Πού θα απευθυνθώ

– Δρ Πασχαλίνα Χατζοπούλου. Αναπληρώτρια ερευνήτρια ΕΘΙΑΓΕ. ΚΓΕΒΕ – Τμήμα Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών. 2310 471110. xatzlin@yahoo.gr

– ΑΝΚΙ Αναπτυξιακή Κιλκίς. 23410 25305

– Ελένη Μυρωνίδου. Γεωπόνος της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής myrepsosgr@hotmail.com

πηγή: Εθνος

Share
Δημοσιεύτηκε στο Επιχειρήσεις, Όλα τα άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

eleven − four =